συνεκδοχῇ — συνεκδοχή understanding one thing with another fem dat sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνεκδοχή — understanding one thing with another fem nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνεκδοχή — η (συντ.), σχήμα λόγου κατά το οποίο λέγεται το ένα αντί των πολλών, το μέρος αντί του όλου, η ύλη αντί αυτού που κατασκευάζεται απ΄ αυτή κτλ.: Να τρώει η σκουριά το σίδερο και η γη τον αντρειωμένο … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
συνεκδοχαῖς — συνεκδοχή understanding one thing with another fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνεκδοχαί — συνεκδοχή understanding one thing with another fem nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνεκδοχῆς — συνεκδοχή understanding one thing with another fem gen sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνεκδοχήν — συνεκδοχή understanding one thing with another fem acc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνεκδοχῶν — συνεκδοχή understanding one thing with another fem gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνεκδοχικός — ή, ό / συνεκδοχικός, ή, όν, ΝΑ [συνεκδοχή] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην συνεκδοχή 2. αυτός που λέγεται κατά συνεκδοχή. επίρρ... συνεκδοχικώς / συνεκδοχικῶς ΝΜΑ, και συνεκδοχικά Ν κατά συνεκδοχή μσν. μερικώς αρχ. (κατά τον Ησύχ.)… … Dictionary of Greek
Synecdoche — is taken from Greek sinekdohi (συνεκδοχή), meaning simultaneous understanding (PronEng|si nek duh kee) (pronounced IPA|). a figure of speech in which:* a term denoting a part of something is used to refer to the whole thing, or * a term denoting… … Wikipedia